Η ελληνική ιδιορρυθµία της σύστασης περιπτέρων -κατ’ αρχάς στην πρωτεύουσα και, µετέπειτα, σ’ άλλες πόλεις και κωµοπόλεις- σε πεζοδρόµια και σε καίρια εµπορικά σηµεία, τείνει να εξαφανιστεί.
Τα περίπτερα πρέπει να ξεκίνησαν -ως θεσµός- σε µορφή «αντίδωρου» της Πολιτείας, µετά τους Βαλκανικούς Πολέµους και τον Πρώτο Παγκόσµιο Πόλεµο, σε ανάπηρους άντρες που είχαν τραυµατιστεί -από ενός βαθµού και πάνω- «υπέρ πατρίδος». Έτσι, η Πατρίδα, σ’ ανταπόδοση τιµής, χορήγησε «άδειες περιπτέρου» σε άτοµα (στρατευµένους) που είχαν υποστεί σωµατική βλάβη, κατά το διάστηµα που υπηρετούσαν ως στρατιώτες.
Το σχήµα, το µέγεθος και η θέση του περιπτέρου εναπόκειτο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ν’ αποφασίσει. Από ότι βλέπουµε και στις παλιές ελληνικές ταινίες, εξ αρχής τα περίπτερα είχαν µιάν ιδιοµορφία, που προϋπέθεται ότι υπήρχαν ρυθµίσεις όσον αφορά το σχήµα και τις διαστάσεις των περιπτέρων. Συµπεραίνουµε ότι πρέπει να υπήρχαν ειδικοί κατασκευαστές (ξυλουργοί / µαραγκοί) που ασχολούνταν µ’ αυτές τις κατασκευές.
Τώρα, τι πούλαγαν εκείναν τα πρωτογενή περίπτερα; Φαντάζοµαι, βασικά, τσιγάρα – ο κόσµος (οι… άντρες δηλαδή) κάπνιζε, τότε. Και δεν νοµίζω ότι -στατιστικά- είχαν περισσότερους καρκίνους. Τότε, θέριζε η φυµατίωση. Σ’ εµάς εδώ, υπήρχαν τα Νοσοκοµεία (Σανατόρια) στα Μελίσσια και το ειδικό Νοσοκοµείο Νοσηµάτων Θώρακα «Η Σωτηρία». Κι αυτό, µέχρι την ανακάλυψη της πενικιλίνης από τον Σκωτσέζο «Γιατρό» Αλέξανδρο Φλέµινγκ (το 1923), που αρνήθηκε να πατεντάρει την εφεύρεσή του, καταδεικνύοντας ότι «το ζώον Άνθρωπος» δεν είναι, αναγκαστικά, µια χρηµατοµηχανή. (Επακόλουθα της πενικιλίνης ήταν όλα τα, µετέπειτα, αντιβιοτικά). Μετά τα τσιγάρα, υπήρχαν και οι εφηµερίδες – µε το ελάχιστο κέρδος στον περιπτερά.
Η προσωπική µου, µεταπολεµική (του 2ου Π.Π., δηλαδή) εµπειρία ήταν ότι το περίπτερο είχε και κάποιες καραµέλλες: α) Οι λεγόµενες «τσάρλεστον» – κάτι ροδόχρωα ζελεδάκια -δέκα κοµµάτια στο «χιλιάρικο» ή στη «δραχµή»- µετά την «πτώχευση» και την υποτίµηση της δραχµής (οι «χίλιες δραχµές» έγιναν «µία δραχµή» και η ισοτιµία δραχµής – δολλαρίου από 15 δρχ = 1 δολλ. έγινε 30 δρχ = 1 δολλ. Ορίστε, πώς πλουτίζουν οι «ενηµερωµένοι»· «inside information» λέγεται σήµερα). β) Κάποια στιγµή, παρουσιάστηκαν και «γεµιστές» καραµέλες, «αστακού»· µιάµιση δραχµή η µία, πολυτελείας! Σχεδόν ταυτόχρονα, παρουσιάστηκαν καραµέλλες µαυριδερές, σε σχήµα ανθρώπου, «τα νεγράκια», µε γεύση ούζου· και άλλες συµπαγείς, στριφτές, µε γεύσεις ρόδου, λεµονιού, κανέλλας και µέντας· µετά από λίγο, «µέντες» ονοµατίζονταν όλες οι καραµέλλες. Όπως «κολυνός» (από τη φίρµα παραγωγής) λέγονταν όλες οι οδοντόκρεµες· και «καλµόλ», όλα τα παυσίπονα, πριν το, εξαίρετο, «αλγκόν» της «Χρωπεί». γ) Ακολούθησε η εµφάνιση της «τσίκλας»· εµείς, οι πιτσιρικαρία, προτιµούσαµε τις «µπαζούκα», που ήταν τσιχλόφουσκες, παρά τα «κουφετάκια» της «Άνταµς», που ήταν πιο κυριλέ.
Με τα χρόνια, τα περίπτερα εξελίχθηκαν σε µικρά παντοπωλεία. Μέσα στον ελάχιστο επιτρεπόµενο χώρο κατόρθωσαν να στοιβάξουν παντοειδή πράγµατα -εδώδιµα και µη- που µπορούσαν ν’ αφήσουν κέρδος στον άµοιρο περιπτερά (χωρίς τουλέττα και ακίνητος επί ώρες).
Πάντως, τα περίπτερα, στα Αστικά Κέντρα, έπρεπε να τηρούν τις δεδοµένες προδιαγραφές (διαστάσεις, προθήκες, προβολές, κλπ.). Με τα χρόνια, οι δικαιούχοι άδειας περιπτέρου -Ανάπηροι Πολέµου- εξέλιπαν ή γέρασαν και κουράστηκαν. Στην πρώτη περίπτωση (έκλειψη/θάνατος), η Άδεια περιερχόταν στη χήρα του Ανάπηρου ή στην/στις ανύπαντρη/ες θυγατέρα/ες του. Και στις δύο περιπτώσεις, η επιχειρηµατική λειτουργία του περιπτέρου ήταν δύσκολη και δύσφορη, αν όχι αδύνατη. Έτσι, ο «Αδειούχος» προσέφευγε σε εκµίσθωση του περιπτέρου, µε δήλωση και στην Εφορία. Ο «ενοικιαστής» (φυσικό πρόσωπο ή και εταιρεία), πάντοτε είχε «τον τρόπο του» να εξωραΐσει το «µαγαζί», να υπερβεί/καταπατήσει τις διατάξεις περί ορίων, ψυγείων, κλπ.
Κι επειδή, το «περιπτεράκι» έγινε µια πλήρης επιχείρηση, άρχισε να λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, µε Κυριακές και Εορτές, κ.λπ.
Από τον τελευταίο πόλεµο (2ος Π.Π.) απέχουµε, κι όλας, ογδόντα χρόνια. Οι, άµεσα, ανάπηροι, έχουν «φύγει». Οι, εκ του νόµου κληρονόµοι τους, κι αυτοί πρέπει να ’χουν «φύγει» – εκτός από ελάχιστους. Οι Άδειες των περιπτέρων, έχουν περιέλθει στους ∆ήµους. Ιδιαίτερα προσοδοφόρες ενοικιάσεις για την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Κι όµως, στην Περιφέρεια του ∆ήµου Κηφισιάς, ο «δικαιούχος» ∆ήµος αρνείται να εκµεταλλευτεί το δικαίωµά του και σταµατά τις ενοικιάσεις και γκρεµίζει πετυχηµένα -εµπορικά- περίπτερα (π.χ. το περίπτερο στο πλάτωµα του τέλους της οδού ∆ιονύσου -µπρος από το αρτοπωλείο «Trois», έναντι «Zillion’s»- το περίπτερο στον κόµβο/νησίδα οδού Στροφυλίου – Χαρ. Τρικούπη – Πατρ. Γρηγορίου Ε’ – µπροστά από του «Σακαρέλλου», κ.ά.).
Με το «πονηρό», πια, µυαλό µου, δύο εκδοχές θεωρώ ως πιθανές: α) Καθώς όλοι οι ∆ήµαρχοι Κηφισιάς διακατέχονται από «νεοφιλελεύθερες» – κοµµατικές – οικονοµικές απόψεις, θεωρούν ότι οι ∆ήµοι -και, γενικά, τα Νοµικά Πρόσωπα ∆ηµοσίου ∆ικαίου, Ν.Π.∆.∆.- δεν πρέπει να ανακατεύονται µε επιχειρηµατικότητα. Οι επιχειρήσεις, σ’ ένα Κράτος, πρέπει ν’ ασκούνται µόνο από τον ιδιωτικό φορέα (ατοµικά ή εταιρικά)! Άρα, «θάνατος» στα προσοδοφόρα, για τον ∆ήµο, περίπτερα!
Πιθανότερη εκδοχή: β) Ο «τζίρος» (δηλ. το «γύρισµα» του χρήµατος) στα διάφορα super-markets της περιοχής, έχει πέσει. Τα τόσα περίπτερα, που νυχθηµερόν πουλάνε την ποικιλόµορφη πραµάτια τους, είναι άκρως ανταγωνιστικά µε τα super-markets. «Λοιπόν, ∆ήµαρχε, βάλε µπροστά και κλείνε τα». Με το αζηµίωτο, ρωτώ εγώ; Και «για το καλό µου;», που αναφέρει ο Μηλιώκας;
Αντίποδες: Προφανώς, το Καταστατικό του Συνεταιρισµού Βουλευτών, που -παρανόµως- εξακολουθεί να καλύπτει την «Πολιτεία» (πρώην «Βουλευτικά»), απαγορεύει την ύπαρξη εµπορικών καταστηµάτων. ∆εν απαγορεύει, προφανώς, τη λειτουργία περιπτέρων. Υπάρχουν τρία, στην Πολιτεία. Μπορεί κανείς να βρει «σκυλοτροφές», «τυριά», «κονσέρβες», «είδη µαναβικής», «µπύρες», «κρασιά», «drones», «πυραύλους» – που είναι της µόδας. Κάποια στιγµή στο παρελθόν, ο δήµαρχος Κανακάκης είχε πει στη µητέρα µου: «∆εν ξέρω τί να κάνω µε την Πολιτεία! Όλο απαιτήσεις είναι και τα έσοδα από τα ακριβά καταστήµατα εστίασης, πάνε όλα στον δικό τους Βουλευτικό Συνεταιρισµό!». «Απόκοψέ τους, ∆ήµαρχε, από την Κηφισιά. Να κάνουν ανεξάρτητη Κοινότητα» ήταν η απάντηση.
Λεωνίδας Μαγκλής


