Κυριακή, 26 Ιουλίου, 2026

Η Χάλκη δεν µπορεί να αποτελέσει γεωπολιτικό αντάλλαγµα

Η ορθόδοξη αποστολή, το Διεθνές Δίκαιο και τα όρια της γεωπολιτικής διαπραγµάτευσης

Γράφει ο

Δρ Αλέξιος Παναγόπουλος*

Καθηγητής και Ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών

alexios.panagopoulos@gmail.com

 

Διεθνώς όπως πλέον διαφαίνεται ο Ισραηλινός Νετανιάχου είναι κάθετα αντίθετος µε τα F35 στους Τούρκους καθώς και τις σχετικές πτητικές µηχανές, κι είναι ένα σηµείο σηµαντικό µεταξύ αυτού και της Αµερικής. Πολλά θέµατα µπλέκονται και σίγουρα αφορούν τη δική µας, την ελληνική πλευρά.

Σε πρόσφατο πρωτοσέλιδο της εφηµερίδας «Εστία» επαναφέρεται στο προσκήνιο ένα ζήτηµα µε βαθύ εκκλησιαστικό, νοµικό και γεωπολιτικό περιεχόµενο. Εφόσον οι πληροφορίες που δηµοσιεύονται ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα, είναι η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, που δεν αντιµετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως θέµα συνταγµατικής θρησκευτικής ελευθερίας ή αποκατάστασης µιας ιστορικής αδικίας, αλλά ενδέχεται να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεθνών διαπραγµατεύσεων, που αφορά τις σχέσεις Ηνωµένων Πολιτειών µε Μέση Ανατολή, Τουρκία και Ελλάδα, καθώς και τις ισορροπίες στο ΝΑΤΟ και τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις.

Εάν πράγµατι η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης συνδέεται µε γεωπολιτικές ή γεωστρατηγικές ανταλλαγές, τότε ανακύπτει ένα θεµελιώδες ερώτηµα: µπορεί ένας εκκλησιαστικός θεσµός να µετατρέπεται σε αντικείµενο διεθνούς πολιτικής διαπραγµάτευσης;

Από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί θεµελιώδες ανθρώπινο δικαίωµα. Η ελευθερία ίδρυσης και λειτουργίας θεολογικών εκπαιδευτικών ιδρυµάτων προστατεύεται από τις διεθνείς συµβάσεις περί ανθρωπίνων δικαιωµάτων και δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από τα πολιτικά ανταλλάγµατα ή τις στρατηγικές συµφωνίες µεταξύ των κρατών.

Όταν η άσκηση ενός θεµελιώδους δικαιώµατος εµφανίζεται ως προϊόν διαπραγµάτευσης, δηµιουργείται προβληµατισµός όχι µόνο πολιτικός αλλά και νοµικός. Η ιστορική αποστολή της Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής της Χάλκης υπήρξε απολύτως συγκεκριµένη: η κατάρτιση ορθόδοξων κληρικών, η διαφύλαξη της ορθόδοξης θεολογικής παράδοσης και η καλλιέργεια της αποστολικής συνέχειας της Εκκλησίας.

∆εν ιδρύθηκε ως διαθρησκειακό εκπαιδευτικό ίδρυµα ούτε ως γενική σχολή θρησκειολογικών σπουδών και µελετών. Η φυσιογνωµία της υπήρξε άρρηκτα συνδεδεµένη µε την νοµοκανονική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Εφόσον επιβεβαιώνονταν οι πληροφορίες ότι η σύνθεση του διδακτικού προσωπικού ή των σπουδαστών θα καθοριζόταν ουσιαστικά από τις εκάστοτε κρατικές επιλογές ή ότι θα µεταβαλλόταν ο ορθόδοξος χαρακτήρας της µέσω των διαθρησκειακών δοµών, τότε το ζήτηµα δεν θα ήταν µόνο εκκλησιολογικό, αλλά διοικητικό και νοµικό.

Τότε, θα αποκτούσε και τις σοβαρές εκκλησιολογικές και νοµοκανονικές διαστάσεις. Καθότι µια Ορθόδοξη Ιερατική Σχολή -ανώτατη ή κατώτατη ή µέση- οφείλει να υπηρετεί πρωτίστως την προετοιµασία του ορθόδοξου κλήρου. ∆υστυχώς ο φράγκικος τρόπος επιρροής της Εσπερίας επεκράτησε από τη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα και έκλεισε τις κατώτατες και µέσες ορθόδοξες ιερατικές σχολές και τις µετέτρεψε ατυχώς σε εκκλησιαστικά γυµνάσια και λύκεια, µεταβάλλοντας την αποστολή και τον χαρακτήρα τους στα φράγκικα πρότυπα (ενώ µέχρι σήµερα αυτές λειτουργούν στις ορθόδοξες σλαβικές εκκλησίες ως καθαρά ορθόδοξες ιερατικές σχολές).

Ο διάλογος µε άλλες θρησκείες σήµερα αποτελεί διαχρονική πραγµατικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας· η µεταβολή όµως της ορθόδοξης ταυτότητας ενός εκκλησιαστικού θεσµού συναποτελεί διαφορετικό ζήτηµα.

Η σχετική συζήτηση δεν είναι καινούργια. Εδώ και δεκαετίες η Χάλκη συνδέθηκε µε την ορθόδοξη θεολογική πορεία του Οικουµενικού Πατριαρχείου και µε τη συµµετοχή του στους διαχριστιανικούς διαλόγους.

Κάποιοι υποστηρικτές αυτής της οικουµενιστικής πορείας θεωρούν ότι πρόκειται για έκφραση της οικουµενικής µαρτυρίας της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσµο. Αντιθέτως, σηµαντικός αριθµός ορθόδοξων θεολόγων και µοναχών διατυπώνει σοβαρές αντιρρήσεις, θεωρώντας ότι ο σύγχρονος Οικουµενισµός υπερβαίνει τα όρια του ορθοδόξου θεολογικού διαλόγου και δηµιουργεί εκκλησιολογικά και νοµοκανονικά προβλήµατα. Είναι γνωστή η από πολύ νωρίς άποψη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, µε το βιβλίο του: «Ο Οικουµενισµός είναι Αίρεση».

Στο πλαίσιο αυτό, οσιακές µορφές και προσωπικότητες όπως ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς χαρακτήρισαν τον Οικουµενισµό και ως «παναίρεση», ενώ ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης είχε εκφράσει δηµόσιες επιφυλάξεις απέναντι στις φιλενωτικές πρωτοβουλίες της εποχής του Αθηναγόρα Α’.

Είτε συµφωνεί είτε διαφωνεί κανείς µε τις απόψεις αυτές, δεν µπορεί να παραγνωρίζει ότι εκφράζουν ένα υπαρκτό και διαχρονικό ρεύµα µέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Απαιτείται επίσης να διακρίνεται η έννοια της Οικουµενικότητας από εκείνη του Οικουµενισµού. Η Οικουµενικότητα αποτελεί δογµατική ιδιότητα και αλήθεια της Ορθοδοξίας της Εκκλησίας, η οποία απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως εθνικότητας και πολιτισµού.

Ο Οικουµενισµός, αντιθέτως, αποτελεί συγκεκριµένη θεολογική προσέγγιση, η οποία αποτελεί αντικείµενο έντονης εσωτερικής συζήτησης στην Ορθοδοξία. Η διάκριση αυτή δεν είναι λεκτική αλλά ουσιαστική.

Εάν, συνεπώς, διατυπωθεί µια νέα µορφή λειτουργίας της Χάλκης κι εάν θα συνδυάσει τις ήδη διατυπωµένες θεολογικές επιφυλάξεις µε έναν θεσµικό σχεδιασµό υπό ισχυρή κρατική επιρροή ή µε διεθνή διαθρησκειακή οικουµενιστική εκπαιδευτική φυσιογνωµία, τότε εύλογα τίθεται το ερώτηµα κατά πόσον θα εξακολουθεί να αποτελεί συνέχεια του αρχικού χαρακτήρα της ιστορικής Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής της Χάλκης ή ένα µοντέρνο διαφορετικό ίδρυµα, προσαρµοσµένο στις απαιτήσεις της σύγχρονης γεωπολιτικής πραγµατικότητας της ερηµίας των πόλεων.

Η επαναλειτουργία της Χάλκης θα µπορούσε να αποτελέσει ιστορικό γεγονός µεγάλης σηµασίας για την Ορθοδοξία, εφόσον εξασφαλίζονται πλήρως η ορθόδοξη εκκλησιαστική αυτονοµία, η ορθόδοξη ταυτότητα και η ανεξαρτησία της από κρατικές ή διεθνείς πολιτικές σκοπιµότητες. Η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας δεν µπορεί να µετατρέπεται σε αντικείµενο γεωπολιτικού συµψηφισµού ούτε η εκκλησιαστική αποστολή να εξαρτάται από στρατηγικές επιδιώξεις των κρατών και της εκάστοτε πολιτικής.

Το πραγµατικό ερώτηµα, εποµένως, ίσως δεν είναι εάν θα ανοίξει η Χάλκη. Το ουσιαστικό ερώτηµα είναι ποια Χάλκη θα ανοίξει: µια αυθεντική Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, πιστή στην ιστορική και κανονική της αποστολή, ή ένας νέος θεσµός προσαρµοσµένος στις ανάγκες της διεθνούς γεω-σκοπιµότητας.

Η ιστορία διδάσκει ότι οι ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί θεσµοί επιβιώνουν όταν παραµένουν πιστοί στην αποστολή τους. Αντιθέτως, όταν µετατρέπονται σε εργαλεία γεωπολιτικών ισορροπιών, κινδυνεύουν να απωλέσουν εκείνο ακριβώς που τους προσδίδει την ιστορική και πνευµατική τους αξία. Ιδίως όταν δεν λαµβάνεται υπόψη ο Οργανισµός των Ηνωµένων Εθνών, η UNESCO, η Συνθήκη της Λωζάννης και το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
NOTIES DIADROMES_06_220726

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ