Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου, 2026

Η φωτόχαρη Πανσέληνος του Αυγούστου!

Γράφει η Ελένη
Κονιαρέλλη – Σιακή

 

Η συνάδελφος µπήκε στο Γραφείο καθυστερηµένη και µε ύφος «εδώ είµαι.. αλλά λείπω…». Είπε µια µασηµένη «καληµέρα», και κάθισε στη θέση της αµίλητη και µε τη µατιά της καρφωµένη έξω από το παράθυρο να προσπαθεί ν’ αγκαλιάσει το κενό… Ύστερα είπε ένα µακρόσυρτο: «Αχ! Αυτή η Πανσέληνος… Αχ! Αυτός ο Αύγουστος…» και ακούµπησε το κεφάλι της στο γραφείο -επάνω στα τιµολόγια- σα να ήταν µαξιλάρι.

Την κοίταζα χαµογελώντας, αλλά δεν κρατήθηκα να µην απαντήσω: «Αχ! Αυτή η βλακεία σου… Αχ! Αυτός ο έρωτας τι σου έκανε;». ∆εν µου απάντησε. Ήταν στο δικό της κόσµο. Ξαφνικά, σήκωσε απότοµα το κεφάλι της, γύρισε µε την καρέκλα της προς το γραφείο µου και άρχισε να µου µιλά βιαστικά και λαχανιασµένα, σα να είχε τρέξει στον Μαραθώνιο και ήρθε πρώτη:

– Άκου… Χτες είχε Πανσέληνο… Αυγουστιάτικη Πανσέληνο! Είναι -λένε- τόσο φωτεινή, όσο όλες οι άλλες µαζί που έχει ο χρόνος. Αχ! Τι ωραία που τα λέω! Λες και είµαι ποιήτρια…

Λοιπόν το βράδυ συναντηθήκαµε µε τον… ξέρεις εσύ. «Πού θα πάµε τον ρώτησα; Σήµερα έχει Πανσέληνο…». «Όπου θέλεις εσύ…». µου είπε γλυκά και µου χαµογέλασε µε εκείνο το χαµόγελο που µε τρελαίνει, και συνέχισε: «Πάµε στο σπίτι µου για ένα ποτό και µετά όπου θέλεις εσύ, για να δούµε την Πανσέληνο. Σύµφωνοι;» Μα «τι λέει ο άνθρωπος;» είπα από µέσα µου. Πρέπει να κρατήσω τα προσχήµατα… Σοβαρή κοπέλα είµαι! Του απάντησα σεµνά: «∆εν πάµε τώρα να την θαυµάσουµε καλύτερα κοντά στη φύση, στο βουνό ή στη θάλασσα… όπου θέλεις εσύ;».

Μου φάνηκε σα να σκοτείνιασε λίγο το πρόσωπό του. Τα µάτια του έδειχναν θλιµµένα. «Τι έκανα; Τι είπα η ανόητη;» σκέφτηκα. Τον στεναχώρησα αυτήν τη χαρούµενη και λαµπερή νύχτα…» Άλλαξα γνώµη αµέσως και σαν ερωτευµένη κοπέλα κι εγώ, φρόντισα να γλυκάνω την κατάσταση: «Όπως θέλεις εσύ… είπα. Πάµε πρώτα για ένα ποτό στο σπίτι και µετά βγαίνουµε έξω να δούµε την Πανσέληνο…». Αχ! Τι να σου λέω τώρα. Με αγκάλιασε και µε φίλησε, εκεί στη µέση του δρόµου αγνοώντας τους περαστικούς. Ταράχτηκα, µέχρι που δάκρυσα από τη συγκίνηση…

– Τι κρίµα, µουρµούρισα, που δεν ήµουν εκεί να µαζέψω τα δάκρυά σου και να φωνάξω τον πατέρα σου να ρθει να καµαρώσει τη µονάκριβη κόρη του, πόσο ωραία φιλιέται στη µέση του δρόµου…

– Τι µουρµουρίζεις, δε σε ακούω. Άκου τη συνέχεια. Πήγαµε στο σπίτι. Εκείνος τρυφερός, όµορφος και σοβαρός. Τον παραδέχτηκα. «Αυτός είναι άντρας σωστός, µε τα όλα του», έλεγα από µέσα µου σαστισµένη. Ήπιαµε το ποτό και τον ρώτησα γλυκά: «Πάµε τώρα να δούµε την Πανσέληνο;» «Και δεν πάµε…» µου απάντησε ήρεµα. «Από πού θα την δούµε;», ρώτησα σιγανά. «Από εδώ… δίπλα» µου απάντησε, κι εγώ νόµιζα πως έβλεπα µπροστά µου στον ουρανό µια παραµυθένια θάλασσα γεµάτη ασηµένια αστέρια…

– Πάψε καηµένη… τη διέκοψα. Κοντεύεις να γράψεις και µυθιστόρηµα µε τις ανοησίες που λες. Ντρέποµαι που σε ακούω.

– Καλά κάνεις και ντρέπεσαι. ∆εν δίνω καµιά σηµασία σ’ αυτά που λες. Μετακινήθηκε στην καρέκλα της και συνέχισε ενθουσιασµένη: «Λοιπόν, άκου τη συνέχεια…». Τη διέκοψα γρήγορα – γρήγορα: «Την Πανσέληνο, καλή µου, την είδες τελικά; Αυτό σε ρωτώ».

– Άκου τη συνέχεια… είπε µιλώντας αργά, λες και έτρωγε µελοµακάρονα και κολλούσε το µέλι στη γλώσσα της. Λοιπόν κάποια στιγµή -όπως στεκόµασταν αγκαλίτσα- µου έδειξε επάνω στον ουρανό την ολόφωτη Πανσέληνο, λέγοντας µε ενθουσιασµό: «Κοίταξε πόσο όµορφη είναι η δική µου Πανσέληνος! Είναι και σε κορνίζα!».

– Σταµάτα α α… Πάψε επιτέλους… φώναξα δυνατά. ∆ε θέλω να ακούσω τίποτα άλλο. Ντρέποµαι για λογαριασµό σου. Η φίλη µου όµως συνέχισε να µιλά απτόητη σα να µην υπήρχα κι εγώ στο χώρο.

– Άκου λοιπόν. Σε µικρή απόσταση από το σπίτι, ήταν µία πολυκατοικία. Σε κάποιον όροφο ψηλά, υπήρχε ένα τετράγωνο παράθυρο κλειστό και µέσα στο κρύσταλλό του αντιφέγγιζε από τον ουρανό η ωραιότερη Πανσέληνος που έχω δει στη ζωή µου! Ένα ολόχρυσο µεγάλο φεγγάρι που έλαµπε µε φως µυστηριακό και παράξενο µέσα στην κορνίζα που του «είχε ετοιµάσει» το πλαίσιο του παραθύρου και όλος ο τόπος γύρω, ήταν λευκός και διάφανος. Κι εγώ ευτυχισµένη σε µια ζεστή αγκαλιά δεν χόρταινα, µε µάτια ορθάνοιχτα, να κοιτάζω αυτό το θαύµα της απόλυτης οµορφιάς… Αχ! ∆ε θα ξεχάσω ποτέ αυτή την Πανσέληνο!

Είχα µείνει µε το στόµα ανοιχτό από την έκπληξη. Όµως δεν είπα τίποτα. Όλες οι σκέψεις µου ήταν κρυµµένες στον ολόχρυσο δίσκο που είχε ζωγραφίσει η Πανσέληνος -έτσι όπως τον έβλεπα τώρα κι εγώ µε τα µάτια της φαντασίας µου- µέσα στην παράξενη κορνίζα του.

Η φίλη µου σηκώθηκε βιαστικά από το γραφείο της. – Πού πας; τη ρώτησα.

– Φεύγω… θυµήθηκα όλα τα χθεσινά και είναι αδύνατο να δουλέψω. Σε κάθε τιµολόγιο θα βλέπω και µια Πανσέληνο… Σε κάθε τηλεφώνηµα θα ακούω τη φωνή του!

– Εντάξει, εντάξει… Κάνε ότι νοµίζεις.

Αυτό είπα µόνο και έµεινα µόνη, συντροφιά µε τα τιµολόγιά µου, χωρίς µια Πανσέληνο σε κορνίζα… και χωρίς µια τρυφερή αγκαλιά!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
NOTIES DIADROMES_12_160926

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ