Γράφει ο
Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία
Καταναλωτών Ελλάδος
H βιωσιµότητα του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήµατος αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα διαρθρωτικά ζητήµατα της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, παραµένει εκτός του κεντρικού πολιτικού διαλόγου, την ώρα που τα δεδοµένα οδηγούν µε µαθηµατική ακρίβεια σε κρίσιµες αποφάσεις τα επόµενα χρόνια.
Το ισχύον ασφαλιστικό µοντέλο βασίζεται στην εθνική σύνταξη, η οποία χρηµατοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισµό, και στο ανταποδοτικό σκέλος, το οποίο εξαρτάται άµεσα από τις καταβαλλόµενες εισφορές. Η αρχιτεκτονική αυτή καθιστά το σύστηµα εξαιρετικά ευάλωτο σε τρεις παραµέτρους: την απασχόληση, τη δηλωµένη εργασία και τη δηµογραφική εξέλιξη.
Στην ελληνική περίπτωση, και οι τρεις παράγοντες λειτουργούν αρνητικά.
Η αδήλωτη και υποδηλωµένη εργασία στερεί πολύτιµους πόρους από τα ασφαλιστικά ταµεία, η ανεργία, ιδίως στις παραγωγικές ηλικίες, µειώνει τη βάση των εισφορών, ενώ το δηµογραφικό πρόβληµα επιδεινώνει δραµατικά τον λόγο εργαζοµένων προς συνταξιούχους. Το αποτέλεσµα είναι ένα σύστηµα που διατηρείται όρθιο κυρίως µέσω δηµοσιονοµικών µεταφορών και όχι µέσω της φυσικής του αναπαραγωγής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης ακόµη και προς τα 70 έτη επανέρχεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως «τεχνοκρατική λύση». Ωστόσο, η µηχανιστική αύξηση των ορίων ηλικίας, χωρίς παράλληλες πολιτικές για υγιή και πλήρη απασχόληση, κινδυνεύει να µετατραπεί σε κοινωνική παγίδα. Σε χώρες µε υψηλή ανεργία στις ηλικίες 55-64, όπως η Ελλάδα, η παράταση του εργασιακού βίου συχνά σηµαίνει παράταση της ανεργίας και όχι αύξηση των εισφορών.
Παράλληλα, η µετακύλιση του κινδύνου στις µελλοντικές γενιές είναι πλέον εµφανής. Οι σηµερινοί ασφαλισµένοι αντιλαµβάνονται ότι, ακόµη και µε πολυετή εργασία, οι µελλοντικές συντάξεις θα είναι χαµηλότερες και περισσότερο αβέβαιες. Αυτό υπονοµεύει την εµπιστοσύνη στο σύστηµα και ενισχύει τη φυγή νέων εργαζοµένων στο εξωτερικό, επιδεινώνοντας περαιτέρω το πρόβληµα.
Η κυβερνητική στάση χαρακτηρίζεται από πολιτική σιωπή και διαχειριστική αναβολή. ∆εν υπάρχει ολοκληρωµένο σχέδιο για την ουσιαστική πάταξη της µαύρης εργασίας, ούτε επαρκής σύνδεση της ασφαλιστικής πολιτικής µε την αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας. Το ασφαλιστικό αντιµετωπίζεται ως λογιστικό µέγεθος και όχι ως πυλώνας κοινωνικής συνοχής.
Την ίδια στιγµή, το πρόβληµα έχει πάψει να είναι αποκλειστικά εθνικό. Σε αρκετά κράτη-µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ασφαλιστικά συστήµατα εισέρχονται σε καθεστώς «κόκκινου συναγερµού». Αυτό καθιστά αναγκαία τη συζήτηση για τη δηµιουργία ενός πανευρωπαϊκού µηχανισµού στήριξης ή διάσωσης ασφαλιστικών ταµείων, αντίστοιχου µε εκείνους που δηµιουργήθηκαν για τις τράπεζες ή τη δηµοσιονοµική σταθερότητα.
Ένα τέτοιο όργανο θα µπορούσε να λειτουργήσει προληπτικά, στηρίζοντας χώρες που αντιµετωπίζουν οξεία δηµογραφική και ασφαλιστική πίεση, υπό όρους διαρθρωτικών µεταρρυθµίσεων και κοινωνικής ισορροπίας. Χωρίς ευρωπαϊκή διάσταση, τα εθνικά ασφαλιστικά συστήµατα θα συνεχίσουν να φθείρονται αποµονωµένα.
Το ασφαλιστικό δεν είναι απλώς ζήτηµα αριθµών. Είναι πολιτική επιλογή, κοινωνικό συµβόλαιο και δείκτης σοβαρότητας µιας κυβέρνησης. Η αποφυγή της συζήτησης σήµερα οδηγεί σε βίαιες προσαρµογές αύριο.
Το ερώτηµα δεν είναι αν το σύστηµα πιέζεται.
Το ερώτηµα είναι αν υπάρχει πολιτική βούληση να αντιµετωπιστεί πριν φτάσει στο σηµείο µη επιστροφής.


