Κυριακή, 30 Αυγούστου, 2026

«Δεινόν το γήρας, ου γαρ έρχεται μόνον…» (Μένανδρος 4ος αιώνας π.Χ.)

Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή

Όταν ήρθε αργά, βασανιστικά και ύπουλα το «γήρας» -όπως το αποκαλούσαν χαϊδευτικά οι αρχαίοι μας πρόγονοι- εκείνος και εκείνη δυσκολεύονταν να το παραδεχτούν, να το βιώσουν και να το κάνουν μέρος της καθημερινότητάς τους.

Η μόνη λύση που είχαν «υιοθετήσει» και οι δύο, αν και γνώριζαν με κάθε λεπτομέρεια τι είχε χαράξει ο χρόνος στη ζωή του ενός και του άλλου, και πόσο ήταν το βάρος του «σάκου» που είχε φορτωθεί ο καθένας, συνέχιζαν σα μικρά παιδιά να «τρέφονται» με αθώα ψεματάκια, μη αντέχοντας να δουν στον καθρέφτη δύο ηλικιωμένους ανθρώπους κουρασμένους και κυρίως φοβισμένους από τις συνεχείς δοκιμασίες που δέχονταν από τον αδίστακτο χρόνο.

Τώρα, προσπαθεί να πείσει ο ένας τον άλλον ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, αλλά είναι αλλιώς… ή και πολύ αλλιώτικα. Γνωρίζουν αρκετά καλά, εκείνος και εκείνη, ότι τίποτα δεν είναι το ίδιο με αυτό που ήξεραν πριν από λίγο καιρό για τον άλλον, γιατί έμαθαν ότι ο χρόνος είναι σκληρός ψεύτης και προδότης και στο πέρασμά του τ’ αλλάζει όλα, πάντα όμως προς το πιο δύσκολο. Σίγουρα ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης, που φιλοσόφησε πολύ βαθιά τη ζωή, είχε δίκιο τότε που έγραψε ότι: «Τα γηρατειά είναι ντροπή…»

Βέβαια, δύσκολα κανείς παραδέχεται ότι έχει γεράσει. Αντίθετα, όταν κάποιος του μιλήσει για «γεράματα» τον αποστομώνει αμέσως και μάλιστα πολύ δυναμικά:

«Μεγαλώνω», επιμένει και επικαλείται σημαντικές αποδείξεις από τις ανακοινώσεις και τις δημοσιεύσεις που έχει φυλάξει με σεβασμό αλλά και με ανακούφιση στη μνήμη του και στο συρτάρι του: «Δε διάβασες τις τελευταίες έρευνες και μελέτες της Αμερικής; Ο μέσος όρος της ζωής μας έχει φτάσει σήμερα τα 70 χρόνια…» υποστηρίζει επίμονα, και ο νεαρός που τον ακούει τρομαγμένος, τον διορθώνει, έτσι για παρηγοριά: «Λάθος κάνεις. Εγώ διάβασα ότι ο μέσος όρος της ζωής σήμερα είναι τα 80 χρόνια!» Και ένας άλλος που κρυφακούει, ειρωνικά και κρύβοντας τους μορφασμούς του, αναρωτιέται: «Αυτοί, γιατί μιλούν; Για ανθρώπους ή για μούμιες;».

Εκείνος επέστρεψε από το φαρμακείο στο σπίτι κρατώντας μια μικρή σακουλίτσα. Εκείνη τον ρώτησε: «Τι πήρες από το φαρμακείο;». Εκείνος ξαφνιάστηκε λίγο: «Τι πήρα… μία οδοντόκρεμα, και ένα κουτί ασπιρίνες». απάντησε βιαστικά. Εκείνη κατάλαβε, αλλά επειδή γνώριζε πολύ καλά τον λόγο και τον τρόπο της βιαστικής του απάντησης, δεν του είπε τίποτα. Ήξερε ότι αυτή την ώρα έλεγε τα αθώα ψεματάκια του. Και πως να μην τον ξέρει; Έχουν ζήσει μαζί 65 ευτυχισμένα χρόνια. Γνωρίστηκαν σχεδόν παιδιά, ερωτεύτηκαν, έγιναν ζευγάρι, παντρεύτηκαν. Μετά έγιναν γονείς και αργότερα παππούς και γιαγιά… και τώρα περιμένουν να δουν και αύριο τον ήλιο ν’ ανατέλλει, και ελπίζουν και εύχονται να δουν μαζί ακόμα πολλούς πρωϊνούς ήλιους!

Σίγουρα έχουν μεγαλώσει πολύ. Όμως, δεν ήθελαν οι άλλοι να τους αντιμετωπίζουν με αμφιλεγόμενο οίκτο, σαν «ξοφλημένους» από τη ζωή. Αλλά εκείνο που τους πονάει και τους ενδιαφέρει περισσότερο, δεν είναι η γνώμη των άλλων γι’ αυτούς. Είναι η νοσταλγική λαχτάρα που νιώθουν σήμερα, να βλέπει ο ένας τον άλλον όπως τον έβλεπε και τον καμάρωνε τότε… τα πρώτα χρόνια που γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν βαθιά! Γι’ αυτό, εκείνος κι εκείνη, πασχίζουν κάθε φορά να το πετυχαίνουν αυτό, έστω και αν χρειάζεται να ντύνουν την καθημερινότητα με λέξεις πλεγμένες με μικρά αθώα ψεματάκια… Σήμερα εκείνος αγόρασε από το φαρμακείο και έκρυβε στη σακουλίτσα την αλοιφή που στερεώνει καλά τις τεχνητές οδοντοστοιχίες του, και τη γνωστή κρέμα για τα μαλλιά του, που κάνει, διακριτικά, το κατάλευκο κεφάλι λίγο… γκριζωπό.

Εκείνη χθες, κρατώντας στο χέρι ένα μικρό διάφανο κουτάκι, μετρούσε ψιθυριστά τα χάπια που πρέπει να παίρνει κάθε ημέρα. Και αυτά, αν και ήταν πολύχρωμα και μικροσκοπικά, δυστυχώς, ήταν πολλά! Κάθε βράδυ, λέγοντας την ίδια παιδική φράση: «Εγώ τώρα πάω να ετοιμάσω για αύριο τα φαρμακάκια μου…». Χανόταν για λίγο στην κρεβατοκάμαρα, άνοιγε το πρώτο συρτάρι του κομοδίνου της και συλλαβιστά άρχιζε να μετρά: «Ένα, δύο, τρία, τέσσερα…» για να καταλήξει στα δέκα. Εκεί σταματούσε και απογοητευμένη αναρωτιόταν: «Γιατί πρέπει να παίρνω τόσα φάρμακα;» Και συνέχιζε τη σκέψη της: «Μα δεν τα παίρνω μόνη μου. Ο γιατρός ή καλύτερα οι γιατροί μου τα έγραψαν αφού με εξέτασαν με προσοχή και θαρρώ και με συμπάθεια, ίσως και με κάποια λύπηση, και κατέληξαν:

Ένα χάπι κάθε πρωί για την πίεση, που τον τελευταίο καιρό έχει ξεκινήσει μόνη της να χορεύει, τη μία ώρα πηδώντας προς τα επάνω και την άλλη γλιστρώντας προς τα κάτω.

Ένα χάπι για να βάλουμε φρένο στη χοληστερίνη, την κακή και την καλή, την όμορφη και την άσχημη, βλέπεις έτσι τις λέει ο γιατρός κι εγώ έχω μπερδευτεί με τα καλλιστεία της χοληστερίνης. Αλλά το χάπι το παίρνω καθημερινά. Όμως εκείνη αδιαφορεί και κάνει το δικό της.

Ένα χάπι για το σάκχαρο. Δεν έχω, αλλά ο γιατρός λέει να το παίρνω προληπτικά, γιατί αν και έχει γλυκό όνομα, έχει την τάση ν’ ανεβαίνει ξαφνικά, απότομα και ύπουλα, όταν ξεχαστείς μερικές φορές και ζητήσεις παρηγοριά στη λύπη σου στα προκλητικά γλυκά ή σ’ ένα απαγορευμένο «κοκκινιστό» πιάτο, κ.λπ.

Ένα χάπι για την ταχυκαρδία, που αυτή κάνει το στήθος σου να τραντάζεται γρήγορα, όταν θυμώνεις λίγο, όταν χαίρεσαι λίγο παραπάνω και γελάς με την καρδιά σου, όταν αγχώνεσαι πολύ, όταν σε στεναχωρούν επίμονα οι άλλοι, όταν δεν προλαβαίνεις να πετύχεις όσα είχες προγραμματίσει για την σημερινή ημέρα και δυστυχώς έχει νυχτώσει, κι εσύ δεν έχεις προλάβει να κάνεις ούτε τα μισά, όταν… όταν… όταν. Βέβαια, ο καλός γιατρός σου, τώρα που έχεις απλά μεγαλώσει, προσοχή, δεν λέμε ποτέ «τώρα που έχεις γεράσει», φροντίζει για το καλό σου, να σε κάνει, από κάθε άποψη, παντοδύναμη και σιδερένια. Δηλαδή, σου έδωσε και χάπι σιδήρου για την ενίσχυση του οργανισμού, γιατί ο σίδηρος εύκολα πέφτει και τότε έρχονται ζαλάδες, ατονία και κούραση. Όμως σου δίνει και χάπι για το ασβέστιο για να δυναμώσουν τα οστά, χάπι για να ενισχύσει το μαγνήσιο του οργανισμού σου και να σταματήσουν οι κράμπες. Σου δίνει όμως και ένα πολύ μικρό κόκκινο χαπάκι για τις αϋπνίες, που σε βοηθά να κοιμάσαι σαν μικρό παιδάκι ώστε να μην ξυπνήσεις όταν μπουν οι κλέφτες και σου αδειάσουν το σπίτι.

Σου δίνει και βιταμίνες… πολλές βιταμίνες, σχεδόν όσα είναι τα γράμματα που έχει το αλφάβητο, όπως: Βιταμίνη Α, Β1, Β2, Β5, Β6, Β12, (σαν προβατάκια ακούγονται), Βιταμίνη Ε, σου δίνει και Κάλιο, και Νάτριο, (και συνεχίζουμε τη Χημεία), απτόητοι και υγιείς, μέχρι να φτάσουμε και στα Ω3! (Βλέπεις υπάρχουν και αυτά).

Όμως πρέπει να πούμε ότι ο καλός γιατρός, σου έχει δώσει και ένα θαυματουργό -λέει- χάπι για την ενίσχυση της μνήμης σου. Μ’ αυτό όμως τρομάζεις και στεναχωριέσαι πολύ. Τρομάζεις. Και αναρωτιέσαι: «Αυτή η θαυμάσια μνήμη μου για την οποία με θαύμαζαν και με ζήλευαν… να μειωθεί τώρα που μεγάλωσα; Δηλαδή, θα βλέπω μπροστά μου τον συνοδοιπόρο της ζωής μου για 65 χρόνια, και θα τον ρωτώ: «Εσείς κύριε, ποιος είστε; Γνωριζόμαστε; » Δεν θέλω να τα σκέπτομαι όλα αυτά, γιατί τώρα η ζωή μου, μου φαίνεται αζώητη! Έτσι έλεγε ένας πολύ σοφός άνθρωπος και όταν του έλεγαν: «Ξάπλωσε να κοιμηθείς λίγο» εκείνος απαντούσε σιγά: «Ο ύπνος είναι κάτι το τραγικό. Είναι σαν Πρόλογος θανάτου».

Όμως, γιατί οι αγωνίες για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει, πιάστηκαν χέρι-χέρι και χορεύουν περιπαικτικά γύρω σου; Πρέπει να τις σταματήσεις και να μιλήσεις γενναία και καθαρά:

«Ναι… τα χρόνια περνούν και φεύγουν ασυγκράτητα σαν τα αποδημητικά πουλιά, και το μόνο που τα διακρίνει από αυτά, είναι ότι ξέρουμε πως τα πουλιά που φεύγουν, την άλλη Άνοιξη θα γυρίσουν πίσω…».

Όμως τα χρόνια που φεύγουν, δε γυρίζουν ποτέ πίσω. Απλά, γίνονται παρελθόν, ιστορία, μνήμες όμορφες και άσχημες.

Και τότε σκέπτεσαι, χωρίς να μετράς ή να υπολογίζεις σε μία ουρανόσταλτη αλλαγή:

«Μήπως το πιο σωστό είναι να νιώθεις ευγνώμων και ευτυχής που έζησες και μεγάλωσες, πράγμα που πολλοί άνθρωποι σαν εσένα, δεν τα κατάφεραν;».

Θυμάμαι, κάποια στιγμή συναντήθηκαν δύο άνθρωποι που είχαν να βρεθούν από τα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου. Η συγκίνηση, τους σκέπασε σα δροσερή πάχνη. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά δακρυσμένοι και ο ένας ψιθύρισε στο αυτί του άλλου: «- Αχ!… Καλέ μου φίλε, δεν μπορώ να το πιστέψω. Μεγαλώσαμε. Γεράσαμε…» Και ο άλλος, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του απάντησε:

«Εμείς είμαστε ευτυχείς… που προλάβαμε να γεράσουμε! Πολλοί από τους συμμαθητές μας, δεν είχαν τη δική μας τύχη και ευλογία, γιατί έφυγαν… νωρίς. Εμείς καταφέραμε να γεράσουμε!».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
NOTIES DIADROMES_08_260826

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ