Κάθε Σεπτέμβριο υπάρχει μια επέτειος που αξίζει να θυμόμαστε όταν συζητάμε για το Ελληνικό.
Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας ΝΟΤΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ – 09/09/2026
Γράφει ο Στάθης Παρασκευάς
Στις 19 Σεπτεμβρίου του 1981, περισσότεροι από μισό εκατομμύριο άνθρωποι πλημμύρισαν το Central Park της Νέας Υόρκης για να ακούσουν τους Simon & Garfunkel σε μια συναυλία που έγραψε ιστορία. Ήταν όμως κάτι περισσότερο από μια μεγάλη μουσική βραδιά. Ήταν και μια δημόσια έκκληση για το ίδιο το πάρκο.
Το διασημότερο δημόσιο πάρκο στον κόσμο βρισκόταν τότε σε βαθιά παρακμή. Η μεγάλη δημοσιονομική κρίση της Νέας Υόρκης είχε αφήσει πίσω της σοβαρή υποχρηματοδότηση. Τα γκαζόν είχαν μετατραπεί σε χωμάτινες εκτάσεις, παγκάκια και φωτισμός είχαν καταστραφεί, παιδικές χαρές είχαν αχρηστευθεί και υποδομές κατέρρεαν. Μια από τις πλουσιότερες πόλεις του κόσμου, είχε αποδειχθεί ανίκανη να εξασφαλίσει τους πόρους που απαιτούσε η συστηματική συντήρηση και λειτουργία ενός τόσο μεγάλου δημόσιου χώρου.
Η συναυλία που άλλαξε την τύχη του Central Park

Η συναυλία είχε ακριβώς αυτόν τον σκοπό. Nα συγκεντρώσει χρήματα και ίσως ακόμη σημαντικότερο, να στρέψει ξανά την προσοχή της πόλης στο Central Park. Και το πέτυχε.
Τα χρήματα και κυρίως το τεράστιο δημόσιο ενδιαφέρον που δημιούργησε εκείνη η βραδιά έδωσαν στο πάρκο την ώθηση που χρειαζόταν για να περάσει σε μια διαφορετική εποχή. Η συναυλία των Simon & Garfunkel έγινε το σύμβολο μιας μεγάλης αλλαγής. Η Νέα Υόρκη είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι για να σωθεί το Central Park δεν αρκούσε η αγάπη των κατοίκων της γι’ αυτό. Χρειάζονταν χρήματα, σταθερή χρηματοδότηση και ένας μηχανισμός διαχείρισης που δεν θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τις εκάστοτε δυνατότητες του δημοτικού προϋπολογισμού.
Δημόσιο πάρκο, ιδιωτικά χρήματα
«Από το Central Park μέχρι το Ελληνικό, το ίδιο ερώτημα επιστρέφει: ποιος εξασφαλίζει ότι ένας δημόσιος χώρος θα παραμένει ζωντανός και μετά από πενήντα χρόνια;»
Αυτόν τον ρόλο ανέλαβε σταδιακά το Central Park Conservancy, ένας ιδιωτικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός, που σε συνεργασία με τον Δήμο της Νέας Υόρκης, έμελλε να αλλάξει την τύχη του πάρκου. Το Central Park παρέμεινε δημόσιο και ανοιχτό σε όλους. Άλλαξε όμως ο τρόπος με τον οποίο εξασφαλιζόταν η επιβίωσή του.
Σήμερα το Central Park Conservancy συγκεντρώνει σχεδόν ολόκληρο τον ετήσιο λειτουργικό προϋπολογισμό του πάρκου, περίπου 74 εκατομμύρια δολάρια, ενώ από την ίδρυσή του έχει επενδύσει περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο δολάρια για την αποκατάσταση και τη φροντίδα του.
Και αν το Ελληνικό γινόταν όλο πάρκο;
Γιατί να μας ενδιαφέρει αυτή η ιστορία στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 2026;
Γιατί 45 χρόνια αργότερα, λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της πρωτεύουσας, το The Ellinikon επιχειρεί κάτι που φέρνει ξανά στο προσκήνιο ακριβώς το ίδιο ερώτημα. Πώς δημιουργείται και, κυρίως, πώς εξασφαλίζεται στον χρόνο ένας μεγάλος δημόσιος χώρος πρασίνου.
Στην καρδιά της συνολικής ανάπτυξης των 6.200 στρεμμάτων κατασκευάζεται σήμερα το Μητροπολιτικό Πάρκο του Ελληνικού, έκτασης περίπου 2.000 στρεμμάτων. Και τώρα που το The Ellinikon περνά από τις μακέτες στην πραγματικότητα, ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να θυμηθούμε τι ακριβώς συζητούσαμε επί δεκαετίες γι’ αυτή την έκταση.
Υπήρξαν πολιτικές δυνάμεις, φορείς και συλλογικότητες που υποστήριζαν ότι ολόκληρο ή σχεδόν ολόκληρο το πρώην αεροδρόμιο θα έπρεπε να μετατραπεί σε έναν τεράστιο δημόσιο χώρο πρασίνου. Ακούστηκαν ακόμη και προτάσεις για δημόσιους λαχανόκηπους!
Ως εικόνα ήταν υπέροχη. Υπήρχε μόνο ένα πρόβλημα. Ποιος θα πλήρωνε;
Το πάρκο αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν τα εγκαίνια
Ας υποθέσουμε ότι το Δημόσιο έβρισκε κάποτε τα χρήματα για να δημιουργήσει ένα πάρκο χιλιάδων στρεμμάτων στο Ελληνικό. Από την επόμενη κιόλας ημέρα θα άρχιζε ο πραγματικός λογαριασμός.
Πότισμα και διαχείριση νερού. Χιλιάδες δέντρα και εκατοντάδες χιλιάδες φυτά. Κηποτεχνία, καθαριότητα, φύλαξη, φωτισμός, ενέργεια, αποκομιδή απορριμμάτων. Συντήρηση δρόμων και διαδρομών, παιδικές χαρές, αθλητικές εγκαταστάσεις. Αποκατάσταση φθορών, διαχείριση εκατομμυρίων επισκεπτών. Και τέλος πολλές εκατοντάδες εργαζόμενοι. Και όλα αυτά όχι για ένα χρόνο. Για δεκαετίες.
Ποιος δημόσιος φορέας θα τα αναλάμβανε; Το κράτος; Η Περιφέρεια Αττικής; Ο Δήμος Ελληνικού – Αργυρούπολης; Οι όμοροι Δήμοι; Και από ποιον προϋπολογισμό;
Ακόμη σημαντικότερο. Τι θα συνέβαινε στην πρώτη οικονομική κρίση; Στην πρώτη περικοπή δαπανών; Στην πρώτη αλλαγή κυβέρνησης, περιφερειακής ή δημοτικής Αρχής και μαζί της στην αλλαγή προτεραιοτήτων;
Η Αττική έχει ήδη κάνει το πείραμα
Δεν χρειάζεται να κάνουμε υποθέσεις. Η Αττική έχει ήδη πραγματοποιήσει αυτό το πείραμα πολλές φορές. Το Πάρκο Τρίτση, ένας από τους μεγαλύτερους ελεύθερους χώρους της Αττικής, πέρασε επί χρόνια διαδοχικές περιόδους εγκατάλειψης και υποχρηματοδότησης. Κατά καιρούς χρειάστηκαν νέοι φορείς, νέα κονδύλια και νέες παρεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν προβλήματα που η απλή καθημερινή συντήρηση θα έπρεπε να είχε προλάβει.
Το Πεδίον του Άρεως είναι ίσως ακόμη πιο χαρακτηριστικό. Ένας από τους σημαντικότερους πνεύμονες της Αθήνας μοιάζει επί δεκαετίες να κινείται ανάμεσα στη φροντίδα και στην εγκατάλειψη, ανάλογα με την περίοδο, τους διαθέσιμους πόρους και την προτεραιότητα που του δίνεται.
Ακόμη και ο Εθνικός Κήπος, ίσως ο πιο εμβληματικός και προστατευμένος χώρος πρασίνου της πρωτεύουσας, χρειάζεται κατά διαστήματα σοβαρές παρεμβάσεις, νέες συμβάσεις, χρηματοδότηση και έργα αποκατάστασης για το πράσινο και τις υποδομές του.
ΑΕΝΑΟΝ: Ένα πάρκο που ξαναγίνεται …πάρκο!
Υπάρχει όμως ένα παράδειγμα ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Και, κατά μια παράξενη σύμπτωση, επιστρέφει στην επικαιρότητα ακριβώς αυτές τις ημέρες.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2026 υπογράφηκε η σύμβαση για την κατασκευή του Μητροπολιτικού Πάρκου ΑΕΝΑΟΝ στον Φαληρικό Όρμο. Ένα μεγάλο έργο που επιχειρεί να κλείσει μια εκκρεμότητα δεκαετιών στο παραλιακό μέτωπο της Αθήνας. Η ιστορία όμως της συγκεκριμένης έκτασης έχει ιδιαίτερη σημασία. Ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 είχε δημιουργηθεί εκεί ένα «οικολογικό πάρκο». Φυτεύτηκαν πολλές εκατοντάδες δέντρα και χιλιάδες θάμνοι, δημιουργήθηκαν υποδομές και εγκαταστάθηκε σύστημα άρδευσης. Και μετά ήρθε η επόμενη ημέρα.
Οι φυτεύσεις έμειναν χωρίς φροντίδα, μεγάλο μέρος τους χάθηκε, οι υποδομές υποβαθμίστηκαν και η περιοχή σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Ένας χώρος που είχε δημιουργηθεί με δημόσιους πόρους για τη μεγαλύτερη διεθνή διοργάνωση που φιλοξένησε ποτέ η χώρα κατέληξε να μετατραπεί σε σκουπιδότοπο, ενώ σε περιόδους είχε μεταβληθεί σε γκέτο, φιλοξενώντας καταυλισμούς Ρομά.
Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, ξεκινάμε ουσιαστικά από την αρχή.
Αυτή είναι ίσως ολόκληρη η ελληνική εμπειρία σε μια πρόταση. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο να βρούμε χρήματα για να φτιάξουμε ένα πάρκο. Το πρόβλημα ήταν τι συνέβαινε την επόμενη ημέρα. Η συντήρηση δεν είναι έργο με ημερομηνία λήξης. Είναι μια μόνιμη δαπάνη που πρέπει να καταβάλλεται συνεχώς, είτε υπάρχει οικονομική κρίση είτε όχι, είτε αλλάζει κυβέρνηση είτε περιφερειάρχης είτε δήμαρχος.
Δεν υπήρξε ποτέ «δωρεάν πάρκο»
«Το δίλημμα στο Ελληνικό δεν ήταν ποτέ μόνο “πράσινο ή τσιμέντο”. Ήταν ποιος θα χρηματοδοτεί το πράσινο όταν θα έχουν σβήσει τα φώτα των εγκαινίων»
Και τώρα ας επιστρέψουμε στο Ελληνικό. Αν αυτά συνέβησαν στο Πάρκο Τρίτση, στο Πεδίον του Άρεως, στον Εθνικό Κήπο και στον Φαληρικό Όρμο, με ποια εμπειρία μπορούσαμε να πειστούμε ότι το Δημόσιο θα δημιουργούσε και στη συνέχεια θα συντηρούσε επί δεκαετίες έναν ελεύθερο χώρο πολλαπλάσιας κλίμακας στο πρώην αεροδρόμιο;
Αυτό ήταν το ερώτημα που σχεδόν εξαφανίστηκε από τη δημόσια συζήτηση για το Ελληνικό. Το δίλημμα παρουσιάστηκε επί χρόνια ως «τσιμέντο ή πράσινο». Από τη μια η ιδιωτική επένδυση, οι κατοικίες, τα ξενοδοχεία, τα καταστήματα και τα κτίρια. Από την άλλη, ένα απέραντο δημόσιο πάρκο που υποτίθεται ότι μπορούσε απλώς να δημιουργηθεί στα 6.200 στρέμματα του πρώην αεροδρομίου.
Κάποιοι πρότειναν ακόμη και τη δημιουργία «δημόσιου λαχανόκηπου» στο Ελληνικό. Ως ιδέα μπορεί να ακουγόταν όμορφη. Αλλά η εμπειρία της Αθήνας, από το Πάρκο Τρίτση μέχρι το Φάληρο, μας υπενθυμίζει ότι μεταξύ μιας ωραίας ιδέας και ενός βιώσιμου δημόσιου χώρου υπάρχει πάντα ένας λογαριασμός.
Το πάρκο δεν γίνεται λόγω της επένδυσης. Γίνεται χάρη σε αυτήν
Το Μητροπολιτικό Πάρκο που κατασκευάζεται σήμερα στο the Ellinikon, δεν είναι ένα ακόμη δημόσιο έργο που κάποια στιγμή θα παραδοθεί και από την επόμενη ημέρα θα πρέπει να αναζητά στον κρατικό, περιφερειακό ή δημοτικό προϋπολογισμό τα χρήματα για να παραμείνει ζωντανό. Εντάσσεται σε ένα ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο επενδυτικό σχέδιο δισεκατομμυρίων ευρώ, μέσα στο οποίο η δημιουργία και η μακροχρόνια λειτουργία του πάρκου αποτελούν μέρος του ίδιου οικονομικού μοντέλου.
Κατοικίες, ξενοδοχεία, εμπορικές χρήσεις, γραφεία, αθλητισμός, πολιτισμός και αναψυχή δεν αποτελούν το αντίθετο του πάρκου. Αποτελούν μέρος του μοντέλου που επιτρέπει στο πάρκο να δημιουργηθεί και να παραμείνει βιώσιμο στον χρόνο.
Από τις μακέτες στην καθημερινότητα
Και σήμερα αυτή η συζήτηση δεν γίνεται πλέον μόνο πάνω σε μακέτες.
Το Experience Park λειτουργεί ήδη από το 2021. Το The Ellinikon Sports Park, ένας χώρος 287.000 τετραγωνικών μέτρων, έχει ήδη ανοίξει την πρώτη του φάση στην πόλη. Και στην καρδιά ολόκληρης της ανάπτυξης δημιουργείται το Μητροπολιτικό Πάρκο των περίπου 2.000 στρεμμάτων. Το Ελληνικό αρχίζει να περνά από την υπόσχεση στην καθημερινότητα.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας. Η ιδιωτική επένδυση που επί χρόνια κατηγορήθηκε ότι θα «τσιμεντοποιούσε» το Ελληνικό είναι εκείνη που χρηματοδοτεί τη δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα αστικά πάρκα της Ευρώπης.
Το πάρκο δεν είναι το αντίβαρο της επένδυσης. Είναι μέρος της. Χωρίς την επένδυση, δεν θα υπήρχε αυτό το πάρκο.
Το μάθημα του Central Park, 45 χρόνια μετά

Σαράντα πέντε Σεπτέμβρηδες μετά τη συναυλία των Simon & Garfunkel, η ιστορία του Central Park εξακολουθεί να προσφέρει ένα πολύ απλό μάθημα.
Ο δημόσιος χαρακτήρας ενός πάρκου δεν κρίνεται από το αν ο λογαριασμός του πληρώνεται αποκλειστικά από το Δημόσιο. Κρίνεται από το αν ο πολίτης μπορεί να μπει, να περπατήσει, να αθληθεί, να καθίσει κάτω από ένα δέντρο και να αισθανθεί ότι αυτός ο χώρος τού ανήκει.
Η βιωσιμότητά του, όμως, κρίνεται από κάτι ακόμη πιο πεζό: αν θα υπάρχει κάποιος να πληρώνει αυτόν τον λογαριασμό και μετά από είκοσι, τριάντα ή πενήντα χρόνια.
Και αυτό είναι τελικά το πραγματικό ερώτημα του Ελληνικού. Όχι αν μπορούσαμε να ζωγραφίσουμε πάνω σε έναν χάρτη 6.200 στρέμματα πράσινο. Αλλά ποιος θα τα πλήρωνε για πάντα.
«Ένα πάρκο μπορεί να κατασκευαστεί σε λίγα χρόνια. Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει την επόμενη ημέρα και διαρκεί για πάντα»
Διαβάστε ειδήσεις για τα Νότια Προάστια Αττικής στο Notiesdiadromes.gr
Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook


