Γράφει o Δημήτριος Σουλιώτης
Άλλος ένας σημαντικός Έλληνας στοχαστής, ο κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έφυγε πρόσφατα από τη ζωή.
Επειδή ήταν ένας από τους πνευματικούς μου πυλώνες και έχει συντελέσει και αυτός στη διαμόρφωση της σκέψης μου και της φιλοσοφίας ζωής μου, του οφείλω ένα κείμενο, σαν στερνό αποχαιρετισμό.
Τον Ιανουάριο του 2021 είχα γράψει ένα άρθρο με τον τίτλο «Ο Φρίντριχ Ένγκελς και ο φίλος μου ο Σωτήρης» και υπότιτλο «Αριστερόστροφες και δεξιόστροφες πορείες ζωής». Σ’ αυτό προσπάθησα να αναλύσω τους λόγους της πολιτικής ένταξης μεγαλοαστών στην Αριστερά και αντίθετα φτωχών μελών της εργατικής τάξης στη Δεξιά. Κατέληξα στην άποψη ότι ο κύριος λόγος ήταν βαθύτερα ψυχικά ριζώματα και συναισθήματα και όχι λογικές αναλύσεις και στέρεα επιχειρήματα…
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, μοναχοπαίδι μεγαλοαστικής οικογένειας, το 1952 σε ηλικία δέκα πέντε ετών παρακολούθησε τη δίκη του Μπελογιάννη, τον οποίο υπερασπιζόταν ο δικηγόρος πατέρας του. Ρώτησε τον πατέρα του: Μπαμπά τι θα του κάνουν; Και ο πατέρας του απάντησε: Παιδί μου αυτόν τον άνθρωπο θα τον εκτελέσουν για τις ιδέες του. Το μεγαλείο ενός ανθρώπου που δίνει τη ζωή του για κάτι που τον ξεπερνάει -εδώ βρίσκεται το αλλιώς του Ράμφου- όπως και το μεγαλείο του αδελφικού του φίλου Νίκου Πουλαντζά στο σημείωμα που άφησε πριν την αυτοκτονία του («είμαι αθώος» – δική μου ερμηνεία: προσπαθώ να μείνω αθώος, σ’ έναν κόσμο κανιβαλικού ανταγωνισμού, διαφθοράς και υποκρισίας, αλλά δεν αντέχω άλλο…), τον βασανίζουν σε όλη του ζωή. Ίσως αυτά τα τραυματικά ψυχικά ριζώματα να τον κράτησαν ενεργό μαχητή στις επάλξεις για τις αξίες και τα ιδανικά της Αριστεράς μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο Τσουκαλάς στήριξε το αυτοδιαχειριστικό εγχείρημα της «Εφημερίδας των Συντακτών», έδωσε το παρόν και ως βουλευτής στη δύσκολη περίοδο της πρώτης φοράς Αριστεράς και κυρίως με τις μελέτες του μας έμαθε τι σημαίνει νεοφιλελευθερισμός στις βαθύτερες ρίζες του.
Ο Τσουκαλάς είναι το παιδί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είναι ο έφηβος που συγκλονίζεται από τον εμφύλιο σπαραγμό, είναι ο νέος άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την πρόοδο και την ευημερία της μεταπολεμικής Ευρώπης και Δύσης, είναι ο Έλληνας που παρατηρεί την ανάπτυξη της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Και τέλος είναι ο παγκόσμιος στοχαστής που αναλύει στα βιβλία του τις τεκτονικές αλλαγές στη φάση της ύστερης νεωτερικότητας: την αποδιάρθρωση του κόσμου και την απονοηματοδότηση των θεσμών, τη ρευστοποίηση των κοινωνικών αιτημάτων, την παντοδυναμία της οικονομίας και των μύθων της. 
Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε το έργο του Τσουκαλά σε δύο περιόδους. Στην πρώτη περίοδο που ξεκινά με το σημαντικό έργο του «Η Ελληνική Τραγωδία» (1969) -το διαβάσαμε αργότερα όταν εκδόθηκε στα ελληνικά με τον τίτλο «Εξάρτηση και αναπαραγωγή» (1977)- αναζητεί τα αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας, τα οποία εντοπίζει στον τρόπο συγκρότησης του ελληνικού κράτους και στην ιστορία του.
Καταλήγει δε στο απαισιόδοξο συμπέρασμα ότι οι δυνατότητες μεταρρύθμισης της χώρας είναι πεπερασμένες. Στη δεύτερη περίοδο ο Τσουκαλάς με όλο τον φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό και ιστορικό εξοπλισμό που διαθέτει, μελετά και αναλύει στα βιβλία του τη μεταστοιχείωση της νεωτερικότητας. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η μετάβαση από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού δεν ήταν μια απλή μετάβαση από τις κεϊνσιανές αρχές στη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά ριζική αλλαγή των φιλοσοφικών παραδοχών πάνω στις οποίες βασίζεται η εξουσία, αλλά και η κοινωνική συμβίωση, είναι αλλαγή αξιών, γλώσσας, ακόμη και ανθρωπολογικών συντεταγμένων.
Σε μια συνέντευξή του ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς τονίζει: «Όλη μου η ζωή ήταν μια προσπάθεια να γεφυρώσω δύο πράγματα: την ψύχραιμη επιστημονική ανάλυση και τη βαθιά πίστη ότι οι κοινωνίες μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο». Και είναι αυτή η βαθιά πίστη που μας κάνει να ελπίζουμε σ’ ένα καλύτερο κόσμο… Η πίστη – ελπίδα δεν είναι απλώς αισιοδοξία, δεν είναι η πεποίθηση ότι κάτι θα έχει αίσια έκβαση, αλλά η βεβαιότητα ότι κάτι έχει νόημα, ανεξάρτητα από την έκβασή του. Και είναι αυτή η πίστη – ελπίδα πάνω απ’ όλα που μας δίνει τη δύναμη να ζούμε και να ξεκινάμε πάντα μια νέα προσπάθεια, ακόμη και όταν οι συνθήκες είναι αντικειμενικά τόσο απελπιστικές όσο για παράδειγμα σήμερα. Η πίστη – ελπίδα είναι μια μορφή λαχτάρας. Η σκέψη που υφίσταται δίχως καμιά ελπίδα είναι εντέλει ένας υπολογισμός, που δεν κομίζει τίποτε νέο, καμιά μελλοντική προοπτική, είναι ένα παρόν περιορισμένο στον εαυτό του, δίχως αύριο και δίχως μέλλον, δεν αντιστοιχεί στη χρονικότητα της πράξης, αλλά εκφυλίζεται σε μιαν απλή βελτιστοποίηση του ήδη υπάρχοντος, ακόμη και αυτού που υφίσταται λανθασμένα.
Κατά τον Έριχ Φρομ η ελπίδα ως «κατάσταση του Είναι», ως «ψυχική διάθεση» είναι η «ενδόμυχη ετοιμότητα», η «ετοιμότητα για μια έντονη, αλλά καινοφανή ακόμη δραστηριότητα». Κατά τον Νίτσε η ελπίδα είναι μια περήφανη και γαλήνια ψυχική διάθεση. Ελπίζω σημαίνει είμαι ένθερμα έτοιμος για το επερχόμενο.
Αυξάνει την προσοχή για το μη-εισέτι υπάρχον, επί του οποίου δεν μπορούμε να ασκήσουμε καμία άμεση επίδραση. Η ενεργή ελπίδα του Τσουκαλά τρέφει οράματα που δείχνουν το μέλλον και είναι ριζωμένα στην πραγματικότητα, εκφράζεται δε ως άρνηση να συμβιβαστεί με το στρεβλό κατεστημένο. Το πνεύμα της ελπίδας εμπνέει τη δράση, της εμφυσά μια λαχτάρα για το νέο και έτσι η πράξη γίνεται πάθος. Όποιος δεν ονειρεύεται το μέλλον, δεν αποτολμά μια νέα αρχή. Δίχως το πνεύμα της πίστης – ελπίδας, η πράξη συρρικνώνεται σε απλή δράση ή σε λύση προβλημάτων. Δίχως πίστη – ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, δημιουργείται ο απογοητευμένος και φοβισμένος πολίτης, ο οποίος καταλήγει στη θατσερική ΤΙΝΑ (There is no alternative) και στη στήριξη του Μητσοτάκη…
Η Ακαδημία Αθηνών τόλμησε λίγο πριν το τέλος της ζωής του να δεχθεί τον Τσουκαλά στους κόλπους της. Η μνημειώδης ομιλία του εκεί (Οκτώβριος 2025) κλείνει με την περιγραφή του πλανητικού διακυβεύματος όχι πια σαν αντιπαράθεση ανάμεσα σε «δεξιούς και αριστερούς», «φτωχούς και πλούσιους», συντηρητικούς και μεταρρυθμιστές», αλλά ανάμεσα στο «όλοι μας» και στο «κανείς». Ένα σήμα κινδύνου για την επερχόμενη καταστροφή από την κλιματική κρίση και τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες. Σε ανάλογα συμπεράσματα είχε καταλήξει προς το τέλος της ζωής του και ο διοικητής μας στην Τράπεζα της Ελλάδος Ξενοφών Ζολώτας.
Και είναι αυτό το καταραμένο «όλοι μας» της κοινωνιολογίας που δεν αντέχει ο Άδωνις Γεωργιάδης και θέλει να την εξαφανίσει από προσώπου γης, γιατί προωθεί αριστερές ιδέες… Προτιμά τον α-πνευματικό ατομοκεντρισμό του νεοφιλελευθερισμού και πιο συγκεκριμένα προτιμά το μίζερο, φοβισμένο ανθρωπάκι, χωρίς πίστη – ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, που είναι κλεισμένο στον εαυτό του, στα αγαθά του, στους δικούς του ανθρώπους, που τον ψηφίζει…
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: ένας άνθρωπος έντιμος, απλός, λιτός, ακριβής, γλυκύτατος, στάθηκε στη ζωή του μακριά από την εξουσία και τον πλούτο. Ένας διανοούμενος παγκόσμιας εμβέλειας, που μπορούσε να μεταπηδά από τον Φρόιντ στον Μαρξ με την ίδια άνεση που μετακινείτο από τον Ντοστογιέφσκι στον Έλιοτ, προκειμένου να γράψει ένα δοκίμιο κοινωνιολογίας με φιλοσοφική διάσταση, ψυχαναλυτική ευαισθησία, ποιητικότητα και κάποιες φορές υπερβατικότητα. Ένας στοχαστής που ήταν συνομιλητής του Αλτουσέρ και του Μπουρντιέ, που επηρεάστηκε εξίσου από τον Γκράμσι και τον Φουκώ, τον Βέμπερ και τον Καβάφη. Γι’ αυτόν τον Άνθρωπο, ο πρωθυπουργός δεν εδέησε να πει δυο λόγια. Ήταν μια σύγκρουση φιλοσοφιών ζωής, ύλης και πνεύματος… Ο κυνηγός της ύλης βυθίζεται σιγά – σιγά στον βάλτο της μικροπρέπειας και της εμπάθειας…


