Παρασκευή, 26 Ιουνίου, 2026

Πέγκη Φαράντου: Ο Εραστής

Γράφει η Πέγκη Φαράντου

ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΖΩΓΡΑΦΟΣ

www.pegifarandos.gr

Eίχε έρθει το καλοκαίρι. Ο καιρός ήταν ζεστός και ένας λαμπερός ήλιος, θαρρείς και άγγιζε τα πάντα. Ο καλοκαιρινός ήλιος, είχε ζεστάνει τη θάλασσα, το χώμα, το νερό, την πέτρα, τον αέρα.

Αυτόν τον ζεστό αέρα απολάμβανε η Μαρίνα, στο κατάστρωμα ενός πλοίου, που παρότι ήταν ζεστός κυμάτιζε ευχάριστα τα ρούχα της. Λίγη ώρα ήθελε ακόμη και το πλοίο θα έφτανε στο νησί, στη Σκύρο.

Η Μαρίνα, έμενε στην Αθήνα και σπούδαζε μαθηματικά. Από μικρή αγαπούσε τους αριθμούς. Έκανε προσθέσεις, αφαιρέσεις και αριθμητικές πράξεις, πριν ακόμη μιλήσει. Όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο, το μεγαλύτερό της όνειρο είχε πραγματοποιηθεί. Μετακόμισε σε ένα μικρό σπίτι κοντά στο τμήμα Μαθηματικών και από τότε η ζωή της ήταν γεμάτη πράξεις. Στη ζωή όμως τα πράγματα δεν ακολουθούν πάντα τους αριθμούς και αυτό το κατάλαβε όταν γνώρισε τον Ορέστη.

Ο Ορέστης έφερε στη ζωή της τα πάνω κάτω, όταν από τη μια στιγμή στη άλλη, καμία εξίσωση δεν ακολουθούσε την αναμενόμενη πορεία. Ο Ορέστης γνώρισε τη Μαρίνα τον Σεπτέμβριο, σε λίγες μέρες έγιναν ζευγάρι, λίγο αργότερα συγκατοίκησαν στο μικρό διαμέρισμά της και πριν ακόμη έρθει το καλοκαίρι χώρισαν.

Η Μαρίνα, δεν είχε αφήσει καθόλου το τηλέφωνό από το χέρι. Σε όλο το ταξίδι με το καράβι, πληκτρολογούσε μηνύματα, με μια καλή της φίλη και συμφοιτήτρια. Τα χέρια της πληκτρολογούσαν ασταμάτητα, στη μεγάλη οθόνη του κινητού, καθώς ο ήλιος είχε κοκκινήσει το δέρμα της, χωρίς να το καταλάβει. Ενώ κατά διαστήματα, κυλούσε και από ένα δάκρυ στο πρόσωπό της.

Η ώρα είχε περάσει και το πλοίο έφτανε στο λιμάνι. Η Μαρίνα έκλεισε το τηλέφωνο και ένα ζεστό αεράκι ανέμιζε το φόρεμά της, σαν να προσπαθούσε να της αποσπάσει την προσοχή. Όταν από το πλοίο ακούστηκε ειδοποίηση για αποβίβαση των επιβατών, η Μαρίνα φόρεσε τον μεγάλο σάκο της στην πλάτη και προχώρησε. Αφού προχώρησε για αρκετή ώρα, με τον βαρύ σάκο στην πλάτη, έφτασε στο σπίτι των γονιών της.

Σε ένα σημείο ψηλά στο βουνό, ένα μικρό σπιτάκι, βαμμένο στα λευκά. Λίγο πιο κει μια μικρή Εκκλησία της Αγιά-Μαρίνας, λευκή και αυτή με ένα γαλάζιο τρούλο. Κατά τη διαδρομή, ένα έντονο άρωμα από θυμάρι και ρίγανη βρισκόταν παντού. Το καλοκαιρινό αεράκι, παρά τον ζεστό ήλιο, είχε φέρει δροσιά και αλμύρα από τη θάλασσα. Στο βάθος, ακουγόταν ο ήχος από τα μεταλλικά κουδούνια των προβάτων.

Η Μαρίνα είχε φτάσει στο σπίτι. Πρώτος το ανακοίνωσε ο σκύλος του σπιτιού, που είχε αναστατώσει τον κόσμο, από τα χαρμόσυνα γαβγίσματα. «Ήρθες Μαρίνα!» φώναξε χαρούμενα η μητέρα της, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της. «Στάσου να πλύνω τα χέρια μου από το αλεύρι!». Η μητέρα της, έπλυνε τα χέρια από το αλεύρι, που τα είχε κάνει άσπρα, καθώς τηγάνιζε γαύρο, σε μια μικρή κουζίνα έξω από το σπίτι. Η Μαρίνα χαιρέτισε, έφαγε τον ζεστό γαύρο, τακτοποίησε τα πράγματά της και κάθισε στην αυλή. Από εκεί δεν σηκώθηκε μέχρι που ο ήλιος άρχισε να δύει. Ο ζεστός ήλιος άλλαζε χρώματα καθώς κρυβόταν πίσω από το βουνό, μέχρι που χάθηκε. Εκείνη την ώρα επέστρεψε και ο πατέρας της, ο οποίος είχε τελειώσει τις δουλειές του με τα πρόβατα και τα είχε οδηγήσει στη στάνη. Αφού χαιρέτησε την κόρη του, κάθισε μαζί της στην αυλή.

Μετά από πολλή ώρα συζήτησης και προσπάθειας να καταλάβει, τη ρώτησε: «Μαρίνα, ήρθες καλοκαίρι αλλά μαζί σου έφερες σύννεφα, τι έχεις;». Τότε η Μαρίνα άρχισε να διηγείται διακριτικά για τον Ορέστη, συνοδεύοντας τη διήγηση με μερικά δάκρυα. Τότε, ο πατέρας της είπε: «Μαρίνα, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν πρέπει να μας γεμίζουν θλίψη ή θυμό αλλά χαρά και ηρεμία. Μην προσπαθήσεις να χωρέσεις κάπου που δεν χωράς. Όταν θα συναντήσεις τον άνθρωπό σου, θα το νιώσεις αμέσως. Σαν να επέστρεψες στο σπίτι. Εκεί, η παρουσία σου δεν θα είναι βάρος, δεν θα χρειάζονται εξηγήσεις. Όταν σε θέλουν πραγματικά, δεν σε δοκιμάζουν, δεν σε κουράζουν, δεν σε λυγίζουν, δεν σε κάνουν να κλαις. Μην προσπαθήσεις να κάτσεις εκεί που δεν υπάρχει θέση για σένα. Εκεί να φεύγεις, όχι από θλίψη και θυμό, αλλά από αγάπη».

Η Μαρίνα, είχε απορριφθεί από τα λόγια του πατέρα της και κοίταζε τον ορίζοντα. Είχε νυχτώσει, ο ουρανός ήταν καθαρός και γεμάτος αστέρια, ενώ στη θάλασσα καθρεφτιζόταν ένα γεμάτο φεγγάρι.

«Αγαπητή Μαρίνα, η επιστήμη που μαθαίνεις στο Πανεπιστήμιο λέει σπουδαία πράγματα, μην ξεχνάς όμως και τα σπουδαία που σε μαθαίνει ο κόσμος. Κοίτα γύρω σου, πόσα πλάσματα ζουν μαζί σου. Όλα κάνουν τον αγώνα τους στη ζωή, τα πρόβατα, τα πουλιά, τα έντομα και αυτά προσπαθούν, κάνουν φιλίες και ερωτεύονται. Δες αυτό το μικρό -και ο πατέρας της έδειξε ένα τζιτζίκι που είχε σταθεί στον κορμό ενός δέντρου- «Ξέρεις τι αγώνα κάνει αυτό το μικρό πλάσμα;» Η Μαρίνα κοίταξε για μια στιγμή το μικρό τζιτζίκι, που δεν είχε σταματήσει το τερέτισμα.

«Το τζιτζίκι αυτό, όπως κάθε τζιτζίκι -συνέχισε ο πατέρας της- περιμένει σχεδόν δέκα χρόνια κάτω από τη γη. Και αφού περιμένει, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, βγαίνει από τη γη και μεταμορφώνεται, αποκτά φτερά και ανεβαίνει στα δέντρα για να τραγουδήσει. Το ίδιο του το σώμα, γίνεται μια μουσική συσκευή, δυσανάλογης δυναμικής με αυτό. Όλα αυτά για να τραγουδήσει, άλλες φορές μόνο του και άλλες φορές με άλλα μαζί. Το τραγούδι αυτό, είναι το ερωτικό του κάλεσμα. Κάθε είδος έχει διαφορετικό τραγούδι. Υπέρτατος σκοπός η σύναψη σχέσης με το θηλυκό που θα το επιλέξει. Τι αγώνα κάνει αυτός ο εραστής για το ταίρι του. Μετά το ζευγάρωμα, τα περισσότερα αρσενικά πεθαίνουν, έχοντας ολοκληρώσει τον κύκλο τους».

Η Μαρίνα, σηκώθηκε από την καρέκλα, κοίταξε με αγάπη το τζιτζίκι, που μέχρι πριν κοιτούσε αδιάφορα και πήγε να περπατήσει και να σκεφτεί.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
NOTIES DIADROMES_02_240626

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ