Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας ΝΟΤΙΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ – 08/07/2026
Γράφει ο Στάθης Παρασκευάς
Τα περισσότερα μεγάλα έργα κρίνονται λάθος. Όχι επειδή οι πολίτες δεν καταλαβαίνουν. Αλλά επειδή τα αξιολογούμε τη στιγμή που ακόμη κατασκευάζονται. Όσο υπάρχουν γερανοί, λαμαρίνες και εργοτάξια, η συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το κόστος, τις καθυστερήσεις, την ταλαιπωρία, τις υπερβάσεις και τις αντιδράσεις. Είναι απολύτως φυσιολογικό. Ένα έργο που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη δύσκολα μπορεί να κριθεί για αυτό που τελικά θα προσφέρει. Συνήθως κρίνεται για όσα προκαλεί μέχρι να ολοκληρωθεί.
Η συζήτηση που συνοδεύει σήμερα το Ελληνικό δεν διαφέρει ιδιαίτερα από εκείνη που συνόδευσε σχεδόν κάθε μεγάλη αστική παρέμβαση των τελευταίων δεκαετιών.
Η Αθήνα προσφέρει αρκετά παραδείγματα. Όταν ξεκίνησε η πεζοδρόμηση της Ερμού τον Απρίλιο του 1995, ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών και πολλοί καταστηματάρχες προειδοποιούσαν ότι οι βιτρίνες θα γίνουν δυσπρόσιτες, ο ανεφοδιασμός των καταστημάτων θα δυσκολέψει και η αγορά θα υποστεί σοβαρό πλήγμα. Έρευνα της εποχής κατέγραφε δυσαρέσκεια στο 97% των χονδρεμπόρων του εμπορικού τριγώνου και στο 50% των εμπόρων λιανικής. Ο Εμπορικός Σύλλογος είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις και οι αντιδράσεις των επαγγελματιών κυριαρχούσαν για μήνες στον δημόσιο διάλογο. Σήμερα η Ερμού αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό δρόμο της χώρας και ελάχιστοι θυμούνται εκείνη τη συζήτηση.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε με το Μετρό της Αθήνας. Για χρόνια οι συζητήσεις αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τα εργοτάξια, την κυκλοφοριακή συμφόρηση και την ταλαιπωρία των κατοίκων και των επαγγελματιών. Στην Αγία Παρασκευή, μάλιστα, η διαφωνία για τη χωροθέτηση σταθμού στην κεντρική πλατεία υπήρξε τόσο έντονη, ώστε τελικά εγκαταλείφθηκε η συγκεκριμένη λύση. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα η υπόθεση της χωροθέτησης του σταθμού του Μετρό στην κεντρική πλατεία της Αγίας Παρασκευής επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο. Για αρκετούς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι αντιδράσεις απέναντι σε ένα εργοτάξιο μπορεί να επηρεάσουν αποφάσεις με συνέπειες που γίνονται αντιληπτές μόνο πολλά χρόνια αργότερα.
Η ίδια ιστορία γράφεται και σήμερα γύρω από τη Γραμμή 4. Στα Εξάρχεια και στο Κολωνάκι, οι αντιδράσεις για τα εργοτάξια, την κοπή δέντρων, την πολύχρονη όχληση και τις αλλαγές στις πλατείες είναι απολύτως υπαρκτές. Και είναι εύλογες. Όποιος ζει δίπλα σε ένα εργοτάξιο έχει κάθε λόγο να διαμαρτύρεται για την υποβάθμιση της καθημερινότητάς του.
Αυτό, όμως, είναι διαφορετικό από την τελική αξιολόγηση του ίδιου του έργου. Τα εργοτάξια κρίνονται με τα κριτήρια του παρόντος. Τα μεγάλα έργα κρίνονται με τα κριτήρια του μέλλοντος. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαφορά.
Παρόμοια ήταν η διαδρομή της Μαρίνας Φλοίσβου. Η παραχώρηση, η ιδιωτική διαχείριση και ο χαρακτήρας της ανάπτυξης είχαν προκαλέσει έντονη αντιπαράθεση. Το ίδιο συνέβη και με το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, όπου η δημόσια συζήτηση ξεκίνησε από το κόστος, τη λειτουργία και τη συντήρησή του. Σήμερα, όμως, και οι δύο χώροι έχουν αποκτήσει έναν σταθερό ρόλο στην καθημερινότητα της πόλης. Οι περισσότεροι λένε απλώς «πάμε στον Φλοίσβο» ή «πάμε στο Νιάρχος», χωρίς να σκέφτονται τις αντιπαραθέσεις που προηγήθηκαν.
Δεν έχουν, βέβαια, όλες οι μεγάλες παρεμβάσεις την ίδια κατάληξη. Η ελληνική εμπειρία έχει γνωρίσει και την αντίθετη όψη. Οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις άφησαν πίσω τους έργα που δεν βρήκαν ποτέ τη χρήση για την οποία σχεδιάστηκαν, ενώ το Πάρκο «Αντώνης Τρίτσης», παρά τις μεγάλες δυνατότητές του, πέρασε επί χρόνια περιόδους εγκατάλειψης και υπολειτουργίας. Η Ιστορία δεν δικαιώνει αυτόματα κάθε μεγάλο έργο. Δικαιώνει μόνο όσα αποδεικνύονται χρήσιμα στην πράξη.
Και ακριβώς γι’ αυτό είναι ακόμη πολύ νωρίς για οριστικά συμπεράσματα σχετικά με το Ελληνικό. Η υπερειδική του ΕΚΟ Ράλλυ Ακρόπολις και το άνοιγμα του Sports Park δεν αποδεικνύουν ότι το εγχείρημα πέτυχε. Δείχνουν, όμως, ότι το έργο περνά σε μια νέα φάση: από την αξιολόγηση της κατασκευής στην αξιολόγηση της χρήσης. Από εδώ και πέρα, η κρίση δεν θα διαμορφώνεται από τις μακέτες, τα χρονοδιαγράμματα ή τους οικονομικούς δείκτες, αλλά από την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων που θα χρησιμοποιήσουν τους νέους δημόσιους χώρους.
Και οι πρώτοι που θα δώσουν αυτή την απάντηση δεν θα είναι οι επενδυτές ούτε οι αναλυτές. Θα είναι οι κάτοικοι των νοτίων προαστίων. Εκείνοι που θα αποφασίσουν, χωρίς δηλώσεις και χωρίς τυμπανοκρουσίες, αν το Ελληνικό θα γίνει μέρος της καθημερινότητάς τους ή αν θα παραμείνει ένας προορισμός που επισκέπτονται μόνο σε ειδικές περιστάσεις. Εκεί, και μόνο εκεί, θα κριθεί τελικά η επιτυχία του.

Ίσως, λοιπόν, η πιο δίκαιη αξιολόγηση του Ελληνικού να μη μπορεί να γίνει σήμερα. Όπως δεν μπορούσε να γίνει όταν πεζοδρομήθηκε η Ερμού, όταν η Μαρίνα Φλοίσβου αναζητούσε τον ρόλο της ή όταν το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος άνοιγε για πρώτη φορά τις πύλες του. Τα μεγάλα έργα δεν κερδίζουν το στοίχημά τους την ημέρα που εγκαινιάζονται. Το κερδίζουν όταν παύουν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και γίνονται αυτονόητο κομμάτι της καθημερινότητας.
Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο ερώτημα για το Ελληνικό να μην είναι πόσο κόστισε, πόσο γρήγορα κατασκευάζεται ή πόσες κατοικίες έχουν ήδη πουληθεί. Αυτά θα τα ξεχάσουμε, όπως ξεχάσαμε τις αντίστοιχες συζητήσεις για την Ερμού, το Μετρό, τη Μαρίνα Φλοίσβου ή το Νιάρχος. Εκείνο που θα μείνει είναι κάτι πολύ απλούστερο. Αν σε λίγα χρόνια οι κάτοικοι των νοτίων προαστίων θα λένε αυθόρμητα «πάμε στο Ελληνικό», όπως σήμερα λένε «πάμε στον Φλοίσβο» ή «πάμε στο Νιάρχος». Αν συμβεί αυτό, τότε η πραγματική αξιολόγηση θα έχει ήδη γίνει.
Διαβάστε ειδήσεις για τα Νότια Προάστια Αττικής στο Notiesdiadromes.gr
Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook


