Κυριακή, 30 Αυγούστου, 2026

Η Χάλκη δεν μπορεί να αποτελέσει γεωπολιτικό αντάλλαγμα

Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος

Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Ξένων Ακαδημιών των Επιστημών

Η ορθόδοξη αποστολή, το Διεθνές Δίκαιο και τα όρια της γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης

Διεθνώς όπως πλέον διαφαίνεται ο Ισραηλινός Νετανιάχου είναι κάθετα αντίθετος με τα Φ35 στους Τούρκους καθώς και τις σχετικές πτητικές μηχανές, κι είναι ένα σημείο σημαντικό μεταξύ αυτού και της Αμερικής. Πολλά θέματα μπλέκονται και σίγουρα αφορούν την δική μας την ελληνική πλευρά.

Σε πρόσφατο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “Εστία” επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ζήτημα με βαθύ εκκλησιαστικό, νομικό και γεωπολιτικό περιεχόμενο. Εφόσον οι πληροφορίες που δημοσιεύονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης που δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως θέμα συνταγματικής θρησκευτικής ελευθερίας ή αποκατάστασης μιας ιστορικής αδικίας, αλλά ενδέχεται να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεθνών διαπραγματεύσεων, που αφορά τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών με Μέση Ανατολή, Τουρκία και Ελλάδα, καθώς και τις ισορροπίες στο ΝΑΤΟ και τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις.

Εάν πράγματι η επαναλειτουργία της Σχολής συνδέεται με γεωπολιτικές ή γεωστρατηγικές ανταλλαγές, τότε ανακύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί ένας εκκλησιαστικός θεσμός να μετατρέπεται σε αντικείμενο διεθνούς πολιτικής διαπραγμάτευσης;

Από πλευράς διεθνούς δικαίου, η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Η ελευθερία ίδρυσης και λειτουργίας θεολογικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων προστατεύεται από τις διεθνείς συμβάσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από τα πολιτικά ανταλλάγματα ή τις στρατηγικές συμφωνίες μεταξύ των κρατών.

Όταν η άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος εμφανίζεται ως προϊόν διαπραγμάτευσης, δημιουργείται προβληματισμός όχι μόνο πολιτικός αλλά και νομικός. Η ιστορική αποστολή της Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής της Χάλκης υπήρξε απολύτως συγκεκριμένη: η κατάρτιση Ορθόδοξων κληρικών, η διαφύλαξη της ορθόδοξης θεολογικής παράδοσης και η καλλιέργεια της αποστολικής συνέχειας της Εκκλησίας.

Δεν ιδρύθηκε ως διαθρησκειακό εκπαιδευτικό ίδρυμα ούτε ως γενική σχολή θρησκειολογικών σπουδών και μελετών. Η φυσιογνωμία της υπήρξε άρρηκτα συνδεδεμένη με την νομοκανονική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Εφόσον επιβεβαιώνονταν οι πληροφορίες ότι η σύνθεση του διδακτικού προσωπικού ή των σπουδαστών θα καθοριζόταν ουσιαστικά από τις εκάστοτε κρατικές επιλογές ή ότι θα μεταβαλλόταν ο ορθόδοξος χαρακτήρας της μέσω των διαθρησκειακών δομών, τότε το ζήτημα δεν θα ήταν μόνο εκκλησιολογικό, αλλά διοικητικό και νομικό.

Τότε, θα αποκτούσε και τις σοβαρές εκκλησιολογικές και νομοκανονικές διαστάσεις. Καθότι μία Ορθόδοξη Ιερατική Σχολή ανώτατη ή κατώτατη ή μέση οφείλει να υπηρετεί πρωτίστως την προετοιμασία του ορθόδοξου κλήρου. Δυστυχώς ο Φράγκικος τρόπος επιρροής της Εσπερίας επεκράτησε από τη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα και έκλεισε τις κατώτατες και μέσες ορθόδοξες ιερατικές σχολές και τις μετέτρεψε ατυχώς σε εκκλησιαστικά γυμνάσια και λύκεια μεταβάλλοντας την αποστολή και το χαρακτήρα τους στα φράγκικα πρότυπα (ενώ μέχρι σήμερα αυτές λειτουργούν στις ορθόδοξες σλαβικές εκκλησίες ως καθαρά ορθόδοξες ιερατικές σχολές).

Ο διάλογος με άλλες θρησκείες σήμερα αποτελεί διαχρονική πραγματικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας· η μεταβολή όμως της ορθόδοξης ταυτότητας ενός εκκλησιαστικού θεσμού συναποτελεί διαφορετικό ζήτημα.

Η σχετική συζήτηση δεν είναι καινούργια. Εδώ και δεκαετίες η Χάλκη συνδέθηκε με την Ορθόδοξη θεολογική πορεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και με τη συμμετοχή του στους διαχριστιανικούς διαλόγους.

Κάποιοι υποστηρικτές αυτής της Οικουμενιστικής πορείας θεωρούν ότι πρόκειται για έκφραση της οικουμενικής μαρτυρίας της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο. Αντιθέτως, σημαντικός αριθμός ορθόδοξων θεολόγων και μοναχών διατυπώνει σοβαρές αντιρρήσεις, θεωρώντας ότι ο σύγχρονος Οικουμενισμός υπερβαίνει τα όρια του ορθοδόξου θεολογικού διαλόγου και δημιουργεί εκκλησιολογικά και νομοκανονικά προβλήματα. Είναι γνωστή η από πολύ νωρίς άποψη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, με το βιβλίο του: Ο Οικουμενισμός είναι Αίρεση.

Στο πλαίσιο αυτό, οσιακές μορφές και προσωπικότητες όπως ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς χαρακτήρισαν τον οικουμενισμό και ως «παναίρεση», ενώ ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης είχε εκφράσει δημόσιες επιφυλάξεις απέναντι στις φιλενωτικές πρωτοβουλίες της εποχής του Αθηναγόρα Α΄.

Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με τις απόψεις αυτές, δεν μπορεί να παραγνωρίζει ότι εκφράζουν ένα υπαρκτό και διαχρονικό ρεύμα μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Απαιτείται επίσης να διακρίνεται η έννοια της Οικουμενικότητας από εκείνη του οικουμενισμού. Η Οικουμενικότητα αποτελεί δογματική ιδιότητα και αλήθεια της Ορθοδοξίας της Εκκλησίας, η οποία απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως εθνικότητας και πολιτισμού.

Ο οικουμενισμός, αντιθέτως, αποτελεί συγκεκριμένη θεολογική προσέγγιση, η οποία αποτελεί αντικείμενο έντονης εσωτερικής συζήτησης στην Ορθοδοξία. Η διάκριση αυτή δεν είναι λεκτική αλλά ουσιαστική.

Εάν, συνεπώς, διατυπωθεί μία νέα μορφή λειτουργίας της Χάλκης κι εάν θα συνδυάσει τις ήδη διατυπωμένες θεολογικές επιφυλάξεις με έναν θεσμικό σχεδιασμό υπό ισχυρή κρατική επιρροή ή με διεθνή διαθρησκειακή οικουμενιστική εκπαιδευτική φυσιογνωμία, τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα κατά πόσον θα εξακολουθεί να αποτελεί συνέχεια του αρχικού χαρακτήρα της ιστορικής Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής της Χάλκης ή ένα μοντέρνο διαφορετικό ίδρυμα, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της σύγχρονης γεωπολιτικής πραγματικότητας της ερημίας των πόλεων.

Η επαναλειτουργία της Χάλκης θα μπορούσε να αποτελέσει ιστορικό γεγονός μεγάλης σημασίας για την Ορθοδοξία, εφόσον εξασφαλίζονται πλήρως η ορθόδοξη εκκλησιαστική αυτονομία, η ορθόδοξη ταυτότητα και η ανεξαρτησία της από κρατικές ή διεθνείς πολιτικές σκοπιμότητες. Η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αντικείμενο γεωπολιτικού συμψηφισμού ούτε η εκκλησιαστική αποστολή να εξαρτάται από στρατηγικές επιδιώξεις των κρατών και της εκάστοτε πολιτικής.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, ίσως δεν είναι εάν θα ανοίξει η Χάλκη. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποια Χάλκη θα ανοίξει: μία αυθεντική Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, πιστή στην ιστορική και κανονική της αποστολή, ή ένας νέος θεσμός προσαρμοσμένος στις ανάγκες της διεθνούς γεω-σκοπιμότητας.

Η ιστορία διδάσκει ότι οι ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί θεσμοί επιβιώνουν όταν παραμένουν πιστοί στην αποστολή τους. Αντιθέτως, όταν μετατρέπονται σε εργαλεία γεωπολιτικών ισορροπιών, κινδυνεύουν να απωλέσουν εκείνο ακριβώς που τους προσδίδει την ιστορική και πνευματική τους αξία. Ιδίως όταν δεν λαμβάνεται υπόψη ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, η UNESCO, η Συνθήκη της Λωζάννης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
NOTIES DIADROMES_08_260826

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ